Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

ΜΕΓΑΡΟ ΜΑΞΙΜΟΥ









Το Μέγαρο Μαξίμου, που στεγάζει τα γραφεία του εκάστοτε πρωθυπουργού της Ελλάδος, βρίσκεται στο κέντρο της πρωτεύουσας, της Αθήνας, στην οδό Ηρώδου του Αττικού, δίπλα ακριβώς στο Προεδρικό Μέγαρο και απέναντι από τον Εθνικό Κήπο.
Τα παλαιότερα στοιχεία που γνωρίζουμε για το οικόπεδο όπου βρίσκεται σήμερα κτισμένο το Μέγαρο Μαξίμου χρονολογούνται στα μέσα του 190υ αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Τα συμβόλαια του 1856 φέρουν ως ιδιοκτήτες του οικοπέδου τους αδελφούς Άγγελο και Αργύρη Καραγιάννη. Δεν έχουμε κανένα άλλο στοιχείο γι' αυτούς. Οπωσδήποτε πάντως η περιοχή αρκετά έξω από το παλαιό κέντρο της πόλης, την Πλάκα, ήταν ακόμη χωράφια και λαχανόκηποι.
Η επιλογή της θέσης για την ανέγερση των Ανακτόρων (1836-1843) πάνω σε σχέδιο του Friedrich von Gartner, όπου σήμερα στεγάζεται το Κοινοβούλιο, δεν φαίνεται να επηρέασε σημαντικά την αξία της γης στην περιοχή.
Ο Δ.Μάξιμος (1873-1956) γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες στην Αθήνα και το Παρίσι. Πολύ νέος, το 1891, επιλέγει την τραπεζική σταδιοδρομία. Το 1903 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Πατρών, απ' όπου μετατίθεται στην πρωτεύουσα για να αναλάβει Διευθυ­ντής του Κεντρικού Καταστήματος Αθηνών. Το 1914 γίνεται Υποδιοικητής της Τράπεζας, ενώ στο διάστημα 1921-22 προβιβάζεται σε Διοικητή. Παραιτείται το 1922 και φεύγει με τη γυναίκα του στη Φλωρεντία για να επιστρέψει το 1927 και να αναλάβει οικονομικός σύμβουλος του κόμματος των«Λαϊκών» του Παναγή Τσαλδάρη. Το 1933 εκλέγε­ται βουλευτής του ιδίου κόμματος και αμέσως μετά αριστίνδην γερουσιαστής και Υπουργός Εξωτερι­κών ως τον Ιούλιο του 1935. Επί υπουργίας Μαξί­μου υπεγράφη το Σύμφωνο της Διαβαλκανικής Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας.
Τον Ιανουάριο του 1947 ο διαπρεπής οικονομολό­γος αναλαμβάνει ως εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός κυβέρνησης ευρέως συνασπισμού ως το τέλος Αυγούστου του ιδίου χρόνου. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από την πολιτική και έζησε ως απλός ιδιώτης.
Το 1952 το Ελληνικό Δημόσιο έρχεται σε συνεν­νόηση με τον Δ. Μάξιμο προκειμένου να αγοράσει την κατοικία του.
Για την εκτίμηση του ακινήτου συστήνεται επιτροπή από τους καθηγητές του Ε.Μ.Π. Κ. Κιτσίκη και Ε. Ρουσσόπουλο και τον οικονομικό έφορο Π. Σταυρόπουλο. Η επιτροπή εκτιμά την αξία του ακινήτου σε 11 δισεκατομμύρια δρχ. Στη συνέχεια ο Υπουργός των Οικονομικών Χ. Ευελπίδης επισκέ­φθηκε τον Δ. Μάξιμο ο οποίος του δήλωσε ότι δέ­χεται να πωλήσει την κατοικία του στο Δημόσιο αντί του ποσού των πέντε δισεκατομμυρίων επτακοσίων πενήντα εκατομμυρίων δρχ., δηλαδή στο μισό περίπου της εκτίμησης της επιτροπής. Επι­πλέον δε προσφέρει στο Κράτος όλη την επίπλωση της κατοικίας του, καθώς και τους πίνακες που βρί­σκονται σ' αυτήν, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως «Κυβερνητικόν Μέγαρον» και για τη φιλο­ξενία ξένων υψηλών προσώπων.
Η αγοραπωλησία ολοκληρώνεται. Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως, σε ευχαριστήρια επιστολή του προς τον Δ. Μάξιμο για τη γενναιόδωρη προσφορά του, δηλώνει ότι το κτίριο θα διατηρήσει το όνομά του, ως «Οικία Μαξίμου».
Το 1956 ο Δ. Μάξιμος πεθαίνει.
Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το κτίριο παρα­μένει κενό και υφίσταται πολλές φθορές. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974) κινδύνευσε να κατεδαφιστεί. Την περίοδο αυτή καταστράφηκαν τα μωσαϊκά δάπεδά του. Τελικά όμως επικρά­τησε η άποψη να διατηρηθεί και να επαναχρησιμο­ποιηθεί. Το 1982 η εποπτεία του Μεγάρου Μαξί­μου περιέρχεται στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυ­βερνήσεως για να χρησιμοποιηθεί είτε για την κά­λυψη των αναγκών του, είτε ως επίσημη κατοικία και γραφείο του εκάστοτε πρωθυπουργού, χρήση την οποία διατηρεί ως σήμερα.
Το Μέγαρο Μαξίμου είναι δείγμα του αθηναϊκού νεοκλασικισμού έτσι όπως αυτός εμφανίζεται στην όψιμη περίοδό του, με εμφανή την επίδραση των νέων αρχιτεκτονικών ρευμάτων της Δύσης.
Η όλη σύνθεση είναι λιτή και αποπνέει ένα ήρεμο κλασικό ύφος.
Η αυστηρή συμμετρία χαρακτηρίζει την κύρια όψη του, με το μαρμάρινο ιωνικό πρόπυλο με τις κλασι­κές αναλογίες, τη φατνωματική οροφή και το επι­βλητικό κλιμακοστάσιο που εξαίρει τον άξονα της εισόδου.
Τα χωρίς πλαίσιο ανοίγματα ανάμεσα στις ελαφρές, τύπου παραστάδας, προεξοχές της τοιχοποιίας το­νίζουν το αίσθημα του κατακόρυφου, ενώ οριζό­ντιοι παράλληλοι αρμοί διατρέχουν τις όψεις.
Πάνω από το γείσο, ένα απλό χαμηλό στηθαίο με μπαλούστρα στέφει το οικοδόμημα. Εσωτερικά το κτίριο ακολουθεί την τυπική διάταξη των αστικών μεγάρων (hotel particulier).
Από την είσοδο οδηγούμεθα σ' ένα μεγάλο, πλακο­στρωμένο με μάρμαρα, κεντρικό χολ που οριοθε­τείται από τέσσερις, επίσης μαρμάρινους, ιωνικούς κίονες. Ένα ορθογώνιο γυάλινο άνοιγμα στην ορο­φή, σε ύφος art nouveau, αφήνει να περνά το αττι­κό φως. Στον διακριτικά φωτισμένο, λιτό και ταυ­τόχρονα επιβλητικό αυτόν χώρο κλασικιστικά και εκλεκτικιστικά στοιχεία συνδιαλέγονται με επιτυχία.
Δεξιά και αριστερά από το κεντρικό χολ διατάσσο­νται οι χώροι υποδοχής: το γραφείο του Μαξίμου (σημερινό γραφείο πρωθυπουργού), δύο σαλόνια (το ένα σήμερα έχει μετατραπεί σε γραφείο) και η μεγάλη τραπεζαρία. Στο πίσω μέρος του κτιρίου, καθώς και στον όροφο που περιορίζεται επίσης προς το πίσω μέρος, έτσι ώστε να μην είναι διακρι­τός από την όψη της οδού Ηρώδου του Αττικού, βρίσκονται οι υπόλοιποι ιδιωτικοί χώροι του μεγά­ρου.
Οι εσωτερικές διακοσμήσεις των χώρων υποδοχής και του πρωθυπουργικού γραφείου είναι μεταγενέ­στερες και ανήκουν στη φάση αποκατάστασης του 1972, το ίδιο και η σημερινή επίπλωση του μεγά­ρου. Κάποιες ακόμη μικρότερες εργασίες ανακαίνι­σης και μετατροπές πραγματοποιήθηκαν από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου το 1998.
Οι πίνακες που κοσμούν το γραφείο του πρωθυ­πουργού και τους υπόλοιπους χώρους υποδοχής ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη, και επελέγησαν έτσι ώστε να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της νεοελ­ληνικής ζωγραφικής του 19ου και του 20ου αιώνα. Οι μόνοι χώροι που διατηρούν την αρχική τους μορφή είναι η είσοδος με το κεντρικό χολ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: